κολατσ(ι)ό

κολατσ(ι)ό
το
πρόχειρο φαγητό, πρόγευμα και η ώρα που τρώγεται αυτό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. colazione].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”